Κρούπα, Τζιν

(Gene Crupa, Σικάγο 1909 – Γιόνκερς 1973). Αμερικανός ντράμερ της τζαζ. Εμφανίστηκε σε μία εποχή όπου τα ντραμς αποτελούσαν ένα παραγνωρισμένο μουσικό όργανο, περιορισμένο σε αυστηρή ρυθμική συνοδεία. Η εκπληκτική τεχνική του κατάρτιση και οι πρωτοποριακές ιδέες του φάνηκαν στην πρώτη ηχογράφηση, την οποία πραγματοποίησε το 1927, καθώς χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά στην ιστορία πλήρες σετ κρουστών σε στούντιο. Συνεργάστηκε με πολλούς καλλιτέχνες του σουίνγκ (Ε. Κόουτον, Ρ. Νίκολς κ.ά.) και γνώρισε την καταξίωση ως μέλος της ορχήστρας του Μπένι Γκούντμαν την περίοδο 1935-43. Η σύνθεση «Sing, Sing, Sing» του 1937 παραμένει κλασική στο είδος της. Παράλληλα διατηρούσε το δικό του συγκρότημα (1937-51) και ασχολήθηκε γενικά με τη μουσική θεωρία. Η ζωή του αποτέλεσε το θέμα κινηματογραφικής ταινίας του 1960, για την οποία έγραψε τη μουσική. Παρά την κακή του υγεία, συνέχισε τις εμφανίσεις και τις ηχογραφήσεις μέχρι τον θάνατό του. Η ερμηνεία του Κ. στα ντραμς έδωσε αξία στο σόλο παίξιμο, το οποίο άλλωστε εφάρμοζε με δύναμη και σαφήνεια. Απέκτησε παγκόσμια φήμη και παραμένει ακόμα και σήμερα πρότυπο για πολλούς μουσικούς.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • κρουστά — Μουσικά όργανα, των οποίων ο ήχος προκύπτει μέσω της κρούσης, δηλαδή ηχούν όταν τα χτυπήσει κάποιος κατά διάφορους τρόπους. Τα κ. αποτελούν την αρχαιότερη από όλες τις κατηγορίες μουσικών οργάνων. Από το απλό χτύπημα των χεριών ή των ποδιών μέχρι …   Dictionary of Greek

  • κρούστα — Μουσικά όργανα, των οποίων ο ήχος προκύπτει μέσω της κρούσης, δηλαδή ηχούν όταν τα χτυπήσει κάποιος κατά διάφορους τρόπους. Τα κ. αποτελούν την αρχαιότερη από όλες τις κατηγορίες μουσικών οργάνων. Από το απλό χτύπημα των χεριών ή των ποδιών μέχρι …   Dictionary of Greek

  • τζαζ — (jazz). Είδος μουσικής που εμφανίστηκε στις ΗΠΑ κατά τα τέλη του 19ου αι.· λαϊκής καταγωγής αρχικά και για πολύ καιρό, διαδόθηκε κυρίως στις νότιες Πολιτείες και ιδιαίτερα στη Νέα Ορλεάνη, μεγάλο ποτάμιο λιμάνι στον Ατλαντικό, στις εκβολές του… …   Dictionary of Greek

  • Μάλιγκαν, Τζέρι — (Gerald Joseph «Gerry» Mulligan, Νέα Υόρκη, 1927 – Κονέκτικατ 1996). Αμερικανός σαξοφωνίστας της τζαζ, συνθέτης και διασκευαστής. Μεγάλωσε στη Φιλαδέλφεια. Αρχικά έπαιζε πιάνο, πριν ασχοληθεί με το σαξόφωνο, πρώτα το άλτο και μετά το βαρύτονο. Το …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.